Μία ώρα μετά που βγήκε η απόφαση του δικαστηρίου που δικαίωνε τον αγώνα μου, κι αφού ήπια έναν καφέ να συνέλθω, άρχισα ξαφνικά να κλαίω με λυγμούς. Χωρίς να μπορώ να σταματήσω, χωρίς να θέλω να σταματήσω.
Γιατί κλαίς παιδί μου, ρώτησε η μάνα μου.
Κι ανάμεσα στα αναφυλλητά μου, κατάφερα να της απαντήσω πως τόσα χρόνια, προχωρούσα με το κεφάλι ψηλά, κρατώντας στους ώμους μου τον πόνο, χωρίς να τσακίζω, χωρίς να δίνω σημασία σε όσα φρικτά έλεγαν για μένα όλοι στο χωριό, χωρίς να δώσω ποτέ αφορμή και δικαίωμα να υποθέσουν πως με λύγισαν. Σιωπηλή και περήφανη, χωρίς καν να υπάρχει στο βλέμμα μου θυμός ανέβαινα και κατέβαινα έναν δρόμο στρωμένο με αγκάθια. Πήγαινα στη δουλειά μου, φρόντιζα το σπίτι μου, υπέμενα τις ώρες της μοναξιάς, το φόβο μιας ακόμα επίθεσης και το σοκ πολλαπλών θανάτων. Υπέμενα σταθερή το γεγονός πως όλη η περίμετρος του σπιτιού είναι τάφοι μικρών πλασμάτων. Πως εκεί δεν βάζω λουλούδια και δεν πατάω το χώμα. Πως τα πρόσωπα στραβομουτσουνιάζουν όταν περνάω, πως μου αρνούνται τα στοιχειώδη σε αυτό το μέρος. Υπέμενα πράγματα που όσοι με ξέρουν θεωρούσαν καλό λόγο να επιστρέψω στην αθήνα και να τα παρατήσω. Υπέμεινα το κρύο και την υγρασία, υπέμεινα το ψέμμα, την κακία, υπέμεινα τον αποκλεισμό μου ακόμα και από την παραλία που πήγαιναν οι περισσότεροι για μπάνιο. Πήγαινα και καθόμουν μόνη μου σε μία άκρη, αλλά με το κεφάλι πάντα ψηλά.
Εχει κόστος να στέκεσαι όρθιος. Εχει κόστος να κρατάς τους ώμους στητούς. Εκείνα τα αναφυλλητά ήταν το κόστος που πλήρωσα για όλα αυτά. Πλήρωσα, ξεπλήρωσα και τώρα θα συνεχίσω όπως πριν. Κάνοντας επιλογές που κανείς δεν εκτιμά μέχρι να έρθει η ώρα να τις πληρώσω.